Κυριακή 16 Μαΐου 2010

Ποιά αριστερά χρειαζόμαστε στις σημερινές συνθήκες

Σαν το ψάρι στο νερό...


*Μπο­ρεί η α­ρι­στε­ρά, με βά­ση τις νέες κοι­νω­νι­κές συν­θή­κες που δια­μορ­φώ­νο­νται, με τη δο­μή, με την έως τώ­ρα λει­τουρ­γία της, να α­ντα­πο­κρι­θεί στα κα­θή­κο­ντά της;
Ελέ­νη Πορ­τά­λιου: Η μορ­φή της δι­κής μας α­ρι­στε­ράς, του ΣΥ­ΡΙ­ΖΑ δη­λα­δή, εί­ναι α­να­ντί­στοι­χη με την ε­πί­θε­ση που δέ­χε­ται η συ­ντρι­πτι­κή πλειο­ψη­φία του κό­σμου. Οφεί­λε­ται σε συσ­σω­ρευ­μέ­να προ­βλή­μα­τα, στον τρό­πο που α­πο­μα­κρύν­θη­κε σι­γά σι­γά α­πό την κοι­νω­νία, πα­ρό­τι οι άν­θρω­ποί της συμ­με­τέ­χουν ό­που υ­πάρ­χουν συλ­λο­γι­κό­τη­τες και ε­στίες α­ντί­στα­σης. Αν, λοι­πόν, πού­με ό­τι η κοι­νω­νία πρέ­πει να α­να­συ­νταχ­θεί, θα πρέ­πει να α­να­συ­νταχ­θεί και η ί­δια η α­ρι­στε­ρά. Ήδη υ­πάρ­χουν ορ­γα­νώ­σεις, π.χ. τα πρω­το­βάθ­μια σω­μα­τεία, που εκ­φρά­ζουν τον κό­σμο της ερ­γα­σίας σε πρω­το­γε­νές ε­πί­πε­δο. Μια τέ­τοια πε­ρί­πτω­ση εί­ναι και οι α­διό­ρι­στοι κα­θη­γη­τές, που εμ­φα­νί­στη­καν στη ΝΕΤ και προ­σπά­θη­σαν να θέ­σουν το ζή­τη­μα ό­τι “ως ερ­γα­ζό­με­νοι δεν εί­μα­στε σκου­πί­δια και δεν μπο­ρεί­τε να μας πε­τά­ξε­τε στο δρό­μο”. Υπάρ­χουν τμή­μα­τα της κοι­νω­νίας, που με τα νέα μέ­τρα βρί­σκο­νται σε τρα­γι­κή κα­τά­στα­ση και χρειά­ζε­ται να αυ­τοορ­γα­νω­θούν. Αλλά και τα πα­ρα­δο­σια­κά σχή­μα­τα, συν­δι­κά­τα, προο­δευ­τι­κοί δή­μοι, έ­χουν να παί­ξουν ση­μα­ντι­κό ρό­λο. Βε­βαίως εί­ναι γρα­φειο­κρα­τι­κά, βε­βαίως εί­ναι α­πο­δυ­να­μω­μέ­να και πο­λι­τεύο­νται συ­νή­θως σύμ­φω­να με τα συμ­φέ­ρο­ντα μιας ε­παγ­γελ­μα­τι­κής τά­ξης συν­δι­κα­λι­στών ή αυ­το­διοι­κη­τι­κών πα­ρα­γό­ντων, ό­μως οι νέες συν­θή­κες δη­μιουρ­γούν κά­ποιες δυ­να­τό­τη­τες και σε αυ­τούς τους χώ­ρους.
Μι­χά­λης Σπουρ­δα­λά­κης: Οι δρα­μα­τι­κές ε­ξε­λί­ξεις κά­νουν το πρό­βλη­μα της έλ­λει­ψης ι­σχυ­ρού πο­λι­τι­κού υ­πο­κει­μέ­νου της α­ρι­στε­ράς πο­λύ έ­ντο­νο. Οι κοι­νω­νι­κός κα­τα­με­ρι­σμός ερ­γα­σίας έ­χει αλ­λά­ξει άρ­δην, συ­νε­πώς, η πο­λι­τι­κή έκ­φρα­ση του κό­σμου της ερ­γα­σίας που μας εν­δια­φέ­ρει πρέ­πει να α­πο­τυ­πω­θεί με άλ­λο πο­λι­τι­κό και ορ­γα­νω­τι­κό τρό­πο. Ο ΣΥ­ΡΙ­ΖΑ εί­ναι έ­να δύ­σκο­λο εγ­χεί­ρη­μα διό­τι προ­σπα­θεί να συν­θέ­σει δια­φο­ρε­τι­κές πα­ρα­δό­σεις και ε­μπει­ρίες της α­ρι­στε­ράς κά­τω α­πό α­ντί­ξο­ες συν­θή­κες. Η η­γε­μο­νία του νε­ο­φι­λε­λευ­θε­ρι­σμού σε ό­λα τα ε­πί­πε­δα εί­ναι πλή­ρης. Η α­ρι­στε­ρά προ­σπα­θεί να βρει θε­τι­κή ε­νέρ­γεια και να προ­χω­ρή­σει. Αλλά εί­ναι πο­λύ δύ­σκο­λο αν δεν α­πο­σα­φη­νί­σει τη στρα­τη­γι­κή της. Και η στρα­τη­γι­κή της πρέ­πει να υ­περ­βαί­νει τη στρα­τη­γι­κή της πα­ρα­δο­σια­κής α­ρι­στε­ράς. Μια α­ρι­στε­ρά που α­να­ζη­τού­σε τη νο­μι­μο­ποίη­σή της μέ­σα α­πό τη συμ­με­το­χή της στους θε­σμούς ή τη συ­γκρό­τη­σή της μέ­σα α­πό την πλή­ρη α­πόρ­ρι­ψη των θε­σμών. Η σύν­θε­ση εί­ναι α­να­γκαία, αλ­λά και ε­δώ υ­πάρ­χουν προ­βλή­μα­τα, κα­θώς έ­χου­με μια α­ρι­στε­ρά που θεω­ρεί ό­τι μπο­ρεί να συ­γκρο­τη­θεί μό­νο σε έ­να ε­πί­πε­δο: ή μέ­σα α­πό τα κι­νή­μα­τα ή μέ­σα α­πό τους θε­σμούς και αυ­τές οι δια­φο­ρε­τι­κές προ­σεγ­γί­σεις συ­νυ­πάρ­χουν και μέ­σα στον ΣΥ­ΡΙ­ΖΑ. Αυ­τό πρέ­πει να αλ­λά­ξει. Αυ­τή η στρα­τη­γι­κή εί­ναι που ο­δή­γη­σε την α­ρι­στε­ρά να συμ­με­τέ­χει στο δι­κομ­μα­τι­κό σύ­στη­μα δια­κυ­βέρ­νη­σης. Η α­ρι­στε­ρά και στις δύο της εκ­δο­χές, θα έ­λε­γα ό­τι εί­ναι θε­σμι­κή. Δί­νει προ­τε­ραιό­τη­τα στους θε­σμούς έ­να­ντι της κοι­νω­νίας. Όμως, αυ­τή η λο­γι­κή έ­φτα­σε σε α­διέ­ξο­δο κα­θώς με την πλή­ρη κρα­τι­κο­ποίη­ση και του ΠΑ­ΣΟΚ και της Ν.Δ. η κοι­νω­νία α­να­ζη­τά διέ­ξο­δο, θέ­λει να εκ­φρα­στεί.
Άλκης Ρή­γος: Το πρό­βλη­μα δεν εί­ναι μό­νο ελ­λη­νι­κό. Αν ή­ταν μό­νο ελ­λη­νι­κό θα ή­ταν ί­σως πιο εύ­κο­λες και οι α­πα­ντή­σεις. Το πρό­βλη­μα εί­ναι πα­νευ­ρω­παϊκό. Η α­ρι­στε­ρά σε ό­λο τον ευ­ρω­παϊκό χώ­ρο βρί­σκε­ται σε κρί­ση φε­ρεγ­γυό­τη­τας. Προ­σω­πι­κά δεν πι­στεύω ό­τι ο νε­ο­φι­λε­λευ­θε­ρι­σμός η­γε­μο­νεύει. Τη δε­κα­ε­τία του ΄90 πράγ­μα­τι η­γε­μό­νευε. Τό­τε εί­χε η­γε­μο­νι­κό ρό­λο. Σή­με­ρα εί­ναι α­πλώς κυ­ρίαρ­χος. Και ε­πει­δή μέ­νει μό­νο στη κυ­ριαρ­χία εί­ναι στυ­γνό­τε­ρος. Εδώ και τριά­ντα χρό­νια το μο­νε­τα­ρι­στι­κό μο­ντέ­λο κα­τά­φε­ρε να δια­βάλ­λει κά­θε έν­νοια συλ­λο­γι­κό­τη­τας. Κα­τά­φε­ρε να πε­ρά­σει την α­ντί­λη­ψη ό­τι οι λύ­σεις εί­ναι α­το­μι­κές και ό­χι συλ­λο­γι­κές. Σε αυ­τό το πε­δίο, ό­λες οι εκ­δο­χές της α­ρι­στε­ράς δεν κα­τόρ­θω­σαν να αρ­θρώ­σουν έ­να ε­πι­χεί­ρη­μα υ­πέρ­βα­σης αυ­τής της α­ντί­λη­ψης. Αντί­θε­τα -σε αρ­κε­τές πε­ρι­πτώ­σεις- ό­που συμ­με­τεί­χαν στη δια­χεί­ρι­ση, ή­ταν χει­ρό­τε­ροι δια­χει­ρι­στές. Δυ­στυ­χώς, το έ­χου­με δει σε δή­μους, σε συν­δι­κά­τα, σε πο­λι­τι­κές εκ­φρά­σεις. Έχου­με, λοι­πόν, πρό­βλη­μα φε­ρεγ­γυό­τη­τας. Αυ­τή η πραγ­μα­τι­κό­τη­τα, την ώ­ρα της κρί­σης, που δεν εί­ναι μό­νο οι­κο­νο­μι­κή, κα­τα­γρά­φει έ­να κε­νό. Και το κε­νό αυ­τό α­φο­ρά και την α­ρι­στε­ρά. Να πού­με ό­τι α­ρι­στε­ρά, ό­ποια μορ­φή κι αν πά­ρει, θα υ­πάρ­χει ό­σο υ­πάρ­χει κα­τα­πίε­ση αν­θρώ­που α­πό άν­θρω­πο. Κά­ποια μορ­φή α­ρι­στε­ράς θα υ­πάρ­χει, κά­ποια μορ­φή α­ντί­στα­σης...

“Οι πά­νω, οι κά­τω...”

*Άρα, α­φή­νεις α­νοι­χτό το εν­δε­χό­με­νο, να προ­κύ­ψουν νέα σχή­μα­τα στο χώ­ρο της α­ρι­στε­ράς.
Α.Ρ.: Βε­βαίως.
Το α­να­φέ­ρεις γε­νι­κά ή με βά­ση και τη συ­γκυ­ρία;
Α.Ρ.: Προ­φα­νώς και με βά­ση τη συ­γκυ­ρία. Αρι­στε­ρά θα υ­πάρ­χει ό­σο υ­πάρ­χει κοι­νω­νι­κή εκ­με­τάλ­λευ­ση, ό­σο υ­πάρ­χουν φαι­νό­με­να αλ­λο­τρίω­σης. Πρέ­πει να δού­με τους γε­νε­σιουρ­γούς λό­γους δη­μιουρ­γίας της α­ρι­στε­ράς. Να ξα­να­δού­με τα ο­ρά­μα­τα ε­λευ­θε­ρίας που έ­φε­ρε. Για­τί εί­ναι σω­στή η δια­πί­στω­ση ό­τι η α­ρι­στε­ρά πε­ριο­ρί­στη­κε στη συμ­με­το­χή της στους θε­σμούς. Το κοι­νω­νι­κό το ά­φη­σε ή το α­ντι­με­τώ­πι­σε ως δια­χεί­ρι­ση. Υπάρ­χει, λοι­πόν, η α­νά­γκη υ­πέρ­βα­σης. Να δού­με ό­λες αυ­τές τις διά­σπαρ­τες πρω­το­βου­λίες, τις κοι­νω­νι­κές α­ντι­στά­σεις, που πράγ­μα­τι υ­πάρ­χουν, αλ­λά ό­χι με την α­ντί­λη­ψη “ε­γώ α­πό πά­νω”, αλ­λά με την α­ντί­λη­ψη “ό­λοι μα­ζί”. Ακούω κα­μιά φο­ρά το α­πα­ρά­δε­κτο για την ι­δε­ο­λο­γία της α­ρι­στε­ράς “να πά­με στις μά­ζες”. Πρώ­τον η λέ­ξη μά­ζες εί­ναι α­πα­ρά­δε­κτη και δεύ­τε­ρον δεν πάω κά­που, ή εί­μαι ή δεν εί­μαι. Δεν μπο­ρεί να λέ­γε­ται “να πά­με κά­τω” ή “να α­κού­σου­με τους α­πό κά­τω”. Τι εί­ναι αυ­τό; Εμείς εί­μα­στε κά­τι άλ­λο; Εμείς πρέ­πει να εί­μα­στε μέ­σα στην κοι­νω­νία, σαν το ψά­ρι στο νε­ρό.
Ε.Π.: Η η­γε­σία του Συ­να­σπι­σμού πρω­τευό­ντως, αλ­λά και του ΣΥ­ΡΙ­ΖΑ δευ­τε­ρευό­ντως, δεν α­κούει τον κό­σμο της. Όλους ε­μάς που εί­μα­στε σε έ­να με­τε­ρί­ζι, που δια­μορ­φώ­νου­με θέ­σεις, που συμ­με­τέ­χου­με στην ορ­γά­νω­ση α­ντι­στά­σεων, δεν μας α­κούει, μας πα­ρα­κά­μπτει. Και δια­βου­λεύε­ται σε ε­πί­πε­δο συ­σχε­τι­σμών για να μπο­ρέ­σει να βγά­λει έ­να μέ­σο ό­ρο, ο ο­ποίος εί­ναι τό­σο α­νε­νερ­γός, τό­σο έ­ξω α­πό τις πε­ρι­στά­σεις, που δεν πεί­θει ού­τε ε­μάς τους ί­διους. Το ό­τι ο ΣΥ­ΡΙ­ΖΑ δεν εί­χε γραμ­μή στη συ­γκυ­ρία, υ­πό την έν­νοια ό­τι δεν μπο­ρού­σε να ε­ξη­γή­σει τι ση­μαί­νουν ό­λα αυ­τά τα μέ­τρα, το ό­τι δεν υ­πάρ­χει μια στρα­τη­γι­κή σε βά­θος χρό­νου και α­ντί­στοι­χα μια πο­λι­τι­κή πρό­τα­ση για το ποιος συ­γκε­κρι­μέ­να θα πλη­ρώ­σει την κρί­ση, εί­ναι α­πο­τέ­λε­σμα της η­γε­τι­κής α­δυ­να­μίας ή και α­δια­φο­ρίας. Εί­μα­στε γυ­μνοί.

Να ξα­να­δού­με
τη στρα­τη­γι­κή μας


Μ.Σ.: Αν και συμ­φω­νώ με τις πα­ρα­τη­ρή­σεις της Ελέ­νης, θα ή­θε­λα να δια­τυ­πώ­σω κά­ποιες δι­καιο­λο­γίες για την η­γε­σία. Εί­ναι η ορ­γά­νω­ση ε­κεί­νη που πα­ρά­γει την η­γε­σία και πα­ρά­γει αυ­τές τις λο­γι­κές. Η πα­ρα­τή­ρη­ση του Άλκη ό­τι το πρό­βλη­μα της α­ρι­στε­ράς δεν εί­ναι ελ­λη­νι­κό εί­ναι χρή­σι­μη. Άλλω­στε και η κρί­ση δεν εί­ναι μό­νο δι­κή μας. Και αυ­τό έ­χει με­γά­λη ση­μα­σία. Και έ­χει ση­μα­σία για να χα­ρά­ξου­με στρα­τη­γι­κή. Η στρα­τη­γι­κή αυ­τή θα πρέ­πει να ξε­κι­νή­σει με την α­νά­δει­ξη των ρή­ξεων, διαι­ρε­τι­κών το­μών, των α­να­τρο­πών που θα ε­πι­φέ­ρει αυ­τή η κρί­ση. Το πο­λι­τι­κό σκη­νι­κό της χώ­ρας θα εί­ναι άλ­λο μέ­σα στους ε­πό­με­νους μή­νες. Κα­τά συ­νέ­πεια η σκε­πτό­με­νη α­ρι­στε­ρά πρέ­πει να σκε­φτεί που α­πευ­θύ­νε­ται και ποιες θα εί­ναι οι συμ­μα­χίες που θα ε­πι­διώ­ξει. Και να μι­λή­σει πρώ­τα με ό­ρους κοι­νω­νι­κούς και με­τά με ό­ρους πο­λι­τι­κούς.
Την Τε­τάρ­τη εί­χα­με το τρα­γι­κό γε­γο­νός με τους τρεις αν­θρώ­πους που έ­χα­σαν τη ζωή τους, αλ­λά η πο­ρεία ή­ταν με­γα­λειώ­δης. Δεν νο­μί­ζω ό­τι ό­λοι αυ­τοί που έ­βγα­λαν τα πα­πού­τσια τους και τα πέ­τα­γαν στην α­στυ­νο­μία έ­ξω α­πό τη Βου­λή ή­ταν ό­λοι α­ρι­στε­ροί ή ψη­φί­ζουν ΣΥ­ΡΙ­ΖΑ. Ού­τε νο­μί­ζω ό­τι ψη­φί­ζουν ΣΥ­ΡΙ­ΖΑ ή Α­ΝΤΑΡ­ΣΥΑ ό­σοι συμ­με­τέ­χουν στα πρω­το­βάθ­μια σω­μα­τεία. Ο ΣΥ­ΡΙ­ΖΑ πρέ­πει να κά­νει, ξε­κι­νώ­ντας α­πό την κοι­νω­νία, μια αμ­φί­πλευ­ρη διεύ­ρυν­ση, προς τα α­ρι­στε­ρά και προς τη βά­ση του ΠΑ­ΣΟΚ. Να αρ­χί­σει μέ­σα στην κοι­νω­νία, στα κι­νή­μα­τα και ταυ­τό­χρο­να μέ­σα α­πό πο­λι­τι­κές πρω­το­βου­λίες. Υπάρ­χει πε­δίο και αυ­τός εί­ναι ο Καλ­λι­κρά­της. Με τον Καλ­λι­κρά­τη, δεν θα κο­πούν μό­νο θέ­σεις ερ­γα­σίας, που εί­ναι πά­ρα πο­λύ ση­μα­ντι­κό, δεν εί­ναι μό­νο ό­τι θα πε­ριο­ρι­στούν τα χρή­μα­τα στην αυ­το­διοί­κη­ση, αλ­λά ό­τι ου­σια­στι­κά εί­ναι η νέα διοι­κη­τι­κή ορ­γά­νω­ση της α­να­διορ­γά­νω­σης του κα­πι­τα­λι­σμού και του πο­λι­τι­κού συ­στή­μα­τος. Χρειά­ζε­ται να δου­λέ­ψου­με α­πό τώ­ρα χω­ρίς προ­κα­τα­λή­ψεις και χω­ρίς να μπού­με στη λο­γι­κή ό­τι πά­με να κα­τα­γρά­ψου­με τις δυ­νά­μεις μας. Με προϋπό­θε­ση να έ­χου­με ά­πο­ψη για τη συ­γκυ­ρία και να δί­νου­με έ­να ό­ρα­μα. Δεν εί­ναι μό­νο ό­τι κά­ποιοι η­γέ­τες δεν μας α­κούν, αλ­λά δεν έ­χου­με κα­τα­φέ­ρει να κά­νου­με ευ­χά­ρι­στη στους πο­λί­τες την ε­να­σχό­λη­ση με την πο­λι­τι­κή. Να έρ­θει να συμ­με­τά­σχει και να συν­δια­μορ­φώ­σει. Αν δεν το κά­νου­με δεν θα μπο­ρέ­σου­με να προ­χω­ρή­σου­με. Για να γί­νει χρειά­ζε­ται να αλ­λά­ξου­με νοο­τρο­πία, να αλ­λά­ξου­με και τις ορ­γα­νω­τι­κές μας δο­μές, αλ­λά και τη στρα­τη­γι­κή μας, η ο­ποία πρέ­πει να εί­ναι και στο ε­πί­πε­δο της αλ­λη­λεγ­γύης και και στο πο­λι­τι­κό ε­πί­πε­δο με α­ντί­στοι­χες πρω­το­βου­λίες. Όλα δεί­χνουν ό­τι οι δε­σμοί χα­λα­ρώ­νουν και ό­τι η πο­λι­τι­κή α­πο­στα­σιο­ποίη­ση των πο­λι­τών για το κε­ντρι­κό πο­λι­τι­κό παι­χνί­δι θα εί­ναι τε­ρά­στια. Εμείς πρέ­πει να πα­ρέμ­βου­με, να ε­πα­να­πο­λι­τι­κο­ποιή­σου­με και να πα­ρου­σιά­σου­με πρό­γραμ­μα διε­ξό­δου.

Ο αρ­χη­γι­σμός,
το έλ­λειμ­μα δη­μο­κρα­τίας


*Αν εί­χα­με τη δυ­να­τό­τη­τα με μια κί­νη­ση να αλ­λά­ξου­με κά­τι στα της α­ρι­στε­ράς, ποιο θα ή­ταν;
Α.Ρ.: Σε αυ­τό τον τό­πο κυ­ριαρ­χεί μια μι­κρο­α­στι­κή λο­γι­κή, η ο­ποία θεω­ρεί τα πά­ντα ως παι­χνί­δι προ­σώ­πων. Και δυ­στυ­χώς έ­να τμή­μα και της δι­κής μας α­ρι­στε­ρής η­γε­σίας, λει­τουρ­γεί με αυ­τόν τον τρό­πο. Έχου­με έ­ναν πα­ρα­γο­ντι­σμό, ο ο­ποίος μας στε­ρεί φε­ρεγ­γυό­τη­τα. Μας στε­ρεί ε­μπι­στο­σύ­νη. Δη­μιουρ­γεί­ται η αί­σθη­ση ό­τι αυ­τό γί­νε­ται για να γί­νει κά­ποιος βου­λευ­τή ή κά­ποιος άλ­λος αρ­χη­γός ή πα­ρά­γο­ντας της δι­κής του ο­μά­δας κ.λπ. Δεν μπο­ρεί να ε­πα­να­κτή­σου­με τη φε­ρεγ­γυό­τη­τα, ό­ντας μέ­σα στην κυ­ρίαρ­χη στην κοι­νω­νία μι­κρο­α­στι­κή α­ντί­λη­ψη.

*Ένα πα­ρά­δειγ­μα;

Α.Ρ.: Δεν μπο­ρεί να εί­ναι φε­ρέγ­γυα μια ε­φη­με­ρί­δα της α­ρι­στε­ράς, η ο­ποία την Κυ­ρια­κή της Πρω­το­μα­γιάς έ­χει άρ­θρο ε­πί­λε­κτου μέ­λους του Δι­κτύου 21, το ο­ποίο κα­ταγ­γέλ­λου­με ε­δώ και χρό­νια.

*Σε ποιον α­να­φέ­ρε­σαι;


Α.Ρ.: Στον Χρ. Λα­ζα­ρί­δη. Αμέ­σως, ο άν­θρω­πος που εί­ναι ευαι­σθη­το­ποιη­μέ­νος σε ζη­τή­μα­τα ε­θνι­κι­σμού, πα­γώ­νει. Πό­σω πε­ρισ­σό­τε­ρο που ο κ. Λα­ζα­ρί­δης εί­ναι α­πό τους συμ­βού­λους του Αν. Σα­μα­ρά.
Μ.Σ.: Δεν εί­ναι το κα­λύ­τε­ρο πα­ρά­δειγ­μα. Υπάρ­χει και το γνω­στό “πα­ραι­τού­μαι, δεν πα­ραι­τού­μαι...”
Α.Ρ.: Σύμ­φω­νοι, ό­λο το παι­χνί­δι η­γε­σίας στον ΣΥ­ΡΙ­ΖΑ, το ο­ποίο δη­μιούρ­γη­σε μια τε­ρά­στια α­φε­ρεγ­γυό­τη­τα, ή­ταν α­πο­τέ­λε­σμα αυ­τής της μι­κρο­α­στι­κής λο­γι­κής. Όσο δη­μιουρ­γού­με ει­δι­κά με­γέ­θη με­τα­ξύ μας, δη­μιουρ­γού­με α­φε­ρεγ­γυό­τη­τα μέ­σα στην κοι­νω­νία. Το δεύ­τε­ρο εί­ναι ό­τι η α­ρι­στε­ρά πρέ­πει να λει­τουρ­γεί μέ­σα στην κοι­νω­νία και ό­χι να την κα­θο­δη­γεί. Η α­ρι­στε­ρά έ­χει μά­θει να κα­θο­δη­γεί. Κά­ποια στιγ­μή πρέ­πει να μά­θει να ο­δη­γεί­ται. Και μό­νο αν συ­νει­δη­το­ποιή­σει αυ­τό που γί­νε­ται γύ­ρω της μπο­ρεί να το εκ­φρά­σει.
Ε.Π.: Η ι­στο­ρι­κή α­ρι­στε­ρά έ­χει πά­ρει δια­ζύ­γιο με τη δη­μο­κρα­τία. Εί­τε με κα­θα­ρό στα­λι­νι­σμό, εί­τε με στα­λι­νι­σμό με αν­θρώ­πι­νο πρό­σω­πο, πο­ρεύε­ται χω­ρίς η­θι­κό έρ­μα. Χρειά­ζε­ται να πραγ­μα­το­ποιη­θεί αυ­τή τη στιγ­μή της κρί­σης, μια δη­μο­κρα­τι­κή ε­πα­νά­στα­ση μέ­σα στην ί­δια την α­ρι­στε­ρά ώ­στε να μπο­ρεί να α­ντι­με­τω­πί­σει δη­μο­κρα­τι­κά τον λαό της κρί­σης. Η α­ρι­στε­ρά πρέ­πει να συ­ντε­θεί. Δεν εί­ναι δυ­να­τόν να υ­πάρ­χουν μα­γα­ζιά, πα­ρα­μά­γα­ζα, η­γέ­τες, πα­ρά­γο­ντες, που να ε­ρί­ζουν διαρ­κώς με­τα­ξύ τους. Η ει­κό­να αυ­τή εί­ναι θλι­βε­ρή. Εί­ναι η αί­σθη­ση ό­τι δεν υ­πάρ­χει η­θι­κή α­πέ­να­ντι στα μεί­ζο­να προ­βλή­μα­τα που α­πα­σχο­λούν τη συ­ντρι­πτι­κή πλειο­ψη­φία του κό­σμου. Άρα, υ­πάρ­χει ζή­τη­μα ε­νό­τη­τας. Ενό­τη­τα μέ­σα στη δη­μο­κρα­τία, ε­νό­τη­τα μέ­σα στο σε­βα­σμό του κό­σμου. Θυ­μά­μαι με­ρι­κά συν­θή­μα­τα του γαλ­λι­κού Μάη, ό­πως: «Ο λαός πή­ρε το λό­γο, ό­πως εί­χε πά­ρει το 1789 τη Βα­στί­λη». «Ξαφ­νι­κά ή­θε­λαν ό­λοι να μι­λή­σουν και ό­λοι εί­χαν κά­τι να πουν». Οι άν­θρω­ποι πρέ­πει να μι­λή­σουν για να δρά­σουν. Πρέ­πει να δρά­σουν και ταυ­τό­χρο­να να μι­λή­σουν. Αυ­τό το πρό­τυ­πο του δια­λό­γου, της τα­πει­νό­τη­τας και τη σε­μνό­τη­τας, πρέ­πει να το δεί­χνει και η η­γε­σία που υ­πάρ­χει σή­με­ρα στην α­ρι­στε­ρά. Και ε­πί­σης, να σέ­βε­ται ό­σα έ­χει δη­μιουρ­γή­σει ο κό­σμος της. Για­τί αι­σθα­νό­μα­στε σαν τον Σί­συ­φο, αι­σθα­νό­μα­στε ό­τι διαρ­κώς γε­μί­ζου­με έ­να κά­δο που α­φαι­ρούν τον πά­το του. Υπάρ­χει πρό­βλη­μα δη­μο­κρα­τίας και πρέ­πει να λυ­θεί τώ­ρα. Για­τί αν δεν λυ­θεί δεν θα μπο­ρέ­σου­με να α­ντα­πο­κρι­θού­με στην κρί­ση.

Μια νέα δη­μο­κρα­τι­κή
ορ­γά­νω­ση


Μ.Σ.: Χρειά­ζε­ται να αλ­λά­ξου­με την ορ­γά­νω­ση στη βά­ση των νέων συν­θη­κών. Να φτιά­ξου­με νέα ορ­γά­νω­ση δη­μο­κρα­τι­κή, συμ­με­το­χι­κή για την πα­ρα­γω­γή πο­λι­τι­κής. Πα­ρα­γω­γή πο­λι­τι­κής που θα κρα­τά τις πε­τριές της α­ρι­στε­ράς, θα βά­ζει στο παι­χνί­δι την κι­νη­μα­τι­κή α­ρι­στε­ρά που τό­σο και­ρό τη φο­βό­μα­σταν, θα βά­ζει στο παι­χνί­δι την κοι­νω­νία που τό­σο πο­λύ την έ­χει φο­βη­θεί το σύ­στη­μα δια­κυ­βέρ­νη­σης. Αν το κά­νου­με αυ­τό θα προ­χω­ρή­σου­με. Θα μπο­ρέ­σου­με να α­ντι­στα­θού­με στις ε­πι­θέ­σεις που θα δε­χτού­με. Νο­μί­ζω, άλ­λω­στε, ό­τι το μέ­τω­πο που ε­πι­τί­θε­ται κα­τά της δι­κής μας α­ρι­στε­ράς έ­χει διευ­ρυν­θεί. Δεν εί­ναι τυ­χαίος ο α­κτι­βι­σμός και ο υ­περ­βο­λι­κός ερ­γα­τι­σμός του ΚΚΕ, με κι­νή­σεις και πρω­το­βου­λίες, οι ο­ποίες θυ­μί­ζουν πε­ρισ­σό­τε­ρο ΣΥ­ΡΙ­ΖΑ -αλ­λά εί­ναι εκ του α­σφα­λούς- και πο­λύ λι­γό­τε­ρο την πα­ρά­δο­ση του ΚΚΕ. Και α­να­φέ­ρο­μαι στη δρα­στη­ριό­τη­τα στο λι­μά­νι του Πει­ραιά, στο πα­νό στην Ακρό­πο­λη κ.λπ. Όταν η δι­κή μας νε­ο­λαία α­νέ­βη­κε στην Ακρό­πο­λη, στην καρ­διά της μά­χης, στις 16 Δε­κεμ­βρίου του 2008, κα­τά τη γε­νι­κή γραμ­μα­τέα του ΚΚΕ χαϊδεύα­με τα αυ­τιά των κου­κου­λο­φό­ρων και ταυ­τι­ζό­μα­σταν με την τυ­φλή βία των μπά­χα­λων. Τώ­ρα α­νέ­βη­καν στην Ακρό­πο­λη αυ­τοί, αλ­λά τα­χτο­ποιη­μέ­να, η­σύ­χως. Προ­σπα­θούν, με άλ­λα λό­για να πε­ρι­χα­ρα­κώ­σουν και να ο­ρί­σουν τι εί­ναι α­ρι­στε­ρά. Να κρα­τή­σουν όρ­θιο το μο­να­στή­ρι και αν πεί­σουν και κά­ποιον άλ­λον κα­λό­γε­ρο έ­χει κα­λώς... Και βε­βαίως να βγά­λει ε­μάς ε­κτός πο­λι­τι­κού και δη­μο­κρα­τι­κού τό­ξου. Από την άλ­λη πλευ­ρά δε­χό­μα­στε και θα δε­χτού­με α­κό­μα πε­ρισ­σό­τε­ρες ε­πι­θέ­σεις α­πό τις δυ­νά­μεις που συ­γκρο­τούν σή­με­ρα τη δια­κυ­βέρ­νη­ση του δι­κομ­μα­τι­σμού, που εί­ναι ΠΑ­ΣΟ­Κ, Ν.Δ. και ΛΑ­ΟΣ. Άρα, ε­μείς πρέ­πει να α­πο­φα­σί­σου­με ό­τι θέ­λου­με μια νέα δη­μο­κρα­τι­κή ορ­γά­νω­ση, χω­ρίς μι­κρό­τη­τες, χω­ρίς μι­κρο­ε­γωι­σμούς και ι­δε­ο­λο­γι­κούς πα­λι­μπαι­δι­σμούς. Καί­γε­ται η κοι­νω­νία μας και ό­ταν καί­γε­ται η κοι­νω­νία, θα πά­ρω τον τε­νε­κέ με το νε­ρό για να σβή­σω τη φω­τιά και α­πό τον πα­σό­κο και α­πό τον νε­ο­δη­μο­κρά­τη που έ­χα­σε τη δου­λειά του και α­πό αυ­τόν που μέ­χρι χθες κα­θό­ταν στον κα­να­πέ.
Ε.Π.: Να πω για την ι­στο­ρία ό­τι το πρώ­το πα­νό που α­ναρ­τή­θη­κε στην Ακρό­πο­λη ή­τα­ν κα­τά της διε­ξα­γω­γής των Ολυ­μπια­κών Αγώ­νων στην Αθή­να, ό­ταν η Κα­μπά­νια Αντι-2004 έ­δι­νε μά­χη σε έ­να πε­ρι­βάλ­λον ε­θνι­κής ο­μο­ψυ­χίας γύ­ρω α­πό τη νέα με­γά­λη ι­δέα. Και εί­ναι ση­μα­ντι­κό αυ­τό για­τί την πε­ρίο­δο ε­κεί­νη άρ­χι­σε η κα­πι­τα­λι­στι­κή α­να­διάρ­θρω­ση, της ο­ποίας τα α­πο­τε­λέ­σμα­τα βλέ­που­με σή­με­ρα. Να πω, ε­πί­σης, ό­τι ο Καλ­λι­κρά­της πέ­ραν του ό­τι α­πο­λύει χι­λιά­δες ερ­γα­ζο­μέ­νων και κα­τε­δα­φί­ζει το κοι­νω­νι­κό κρά­τος, ε­πι­διώ­κει να βγά­λει την α­ρι­στε­ρά ε­κτός θε­σμι­κού, πο­λι­τι­κού παι­χνι­διού. Το ε­κλο­γι­κό σύ­στη­μα δεν ε­πι­τρέ­πει σε μι­κρές κοι­νω­νι­κές και πο­λι­τι­κές δυ­νά­μεις ού­τε καν να θέ­σουν υ­πο­ψη­φιό­τη­τα.
Α.Ρ.: Αυ­τή η πο­ρεία δεί­χνει ό­τι ο κα­πι­τα­λι­σμός για άλ­λη μια φο­ρά μπρο­στά σε μια κρί­ση δη­μιουρ­γεί τις δο­μές υ­πέρ­βα­σής της υ­πέρ του. Τις δύο προ­η­γού­με­νες με­γά­λες κρί­σεις ο κα­πι­τα­λι­σμός της κέρ­δι­σε και α­να­διαρ­θρώ­θη­κε. Και οι αμ­φι­σβη­τη­σια­κές δυ­νά­μεις έ­μει­ναν πί­σω. Εί­μα­στε σε μια τρί­τη με­γά­λη κρί­ση. Συ­νε­πώς ή θα μπο­ρέ­σου­με να α­πα­ντή­σου­με α­να­τρέ­πο­ντας τη λο­γι­κή που ε­κεί­νος θέ­τει ή θα εί­ναι για ό­λους μας πο­λύ δύ­σκο­λα. Και για να μην αυ­το­μα­στι­γω­νό­μα­στε, εί­μα­στε ο πρώ­τος χώ­ρος που μί­λη­σε για την ε­περ­χό­με­νη κρί­ση, εί­μα­στε ο μό­νος χώ­ρος που έ­χει ε­ναλ­λα­κτι­κές προ­τά­σεις, αλ­λά που δυ­στυ­χώς δεν τις εκ­φρά­ζου­με αυ­τήν τη στιγ­μή και λέ­με γε­νι­κό­λο­γα πράγ­μα­τα. Και έ­χου­με προ­τά­σεις. Εί­μα­στε ο μο­να­δι­κός χώ­ρος που α­να­φέ­ρε­ται σε προ­τά­σεις πα­νευ­ρω­παϊκής διε­ξό­δου.

*Το πρώ­το πράγ­μα που πρέ­πει να κά­νει η α­ρι­στε­ρά ποιο εί­ναι; Εί­ναι να συ­γκρο­τή­σει τον πο­λι­τι­κό της λό­γο, εί­ναι να ξα­να­δεί τη λει­τουρ­γία της;
Α.Ρ.: Να κερ­δί­σει τη φε­ρεγ­γυό­τη­τά της, αλ­λά και ό­λα μα­ζί. Εί­ναι και αυ­τό και ε­κεί­νο, με πρω­ταρ­χι­κό το η­θι­κό πρό­ταγ­μα. Να ξα­να­θυ­μη­θού­με την ά­νοι­ξη του ΣΥ­ΡΙ­ΖΑ που την α­φή­σα­με πί­σω για στε­νο­κομ­μα­τι­κούς λό­γους. Δεν υ­πάρ­χει άλ­λος χώ­ρος...
Μ.Σ.: Αυ­τή η προ­σπά­θεια δεν μπο­ρεί να εί­ναι α­πο­τέ­λε­σμα προ­σω­πι­κών πο­λι­τι­κών και ε­πι­λο­γών, αλ­λά πρέ­πει να εί­ναι η α­πο­πνέ­ου­σα κουλ­τού­ρα ό­λων των συλ­λο­γι­κο­τή­των μας. Γι‘ αυ­τό δί­νω βά­ρος, ό­πως ό­λοι μας, σε αυ­τήν τη συ­ζή­τη­ση, στη συ­γκρό­τη­ση του πο­λι­τι­κού υ­πο­κει­μέ­νου, που θα εκ­φρά­σει το θυ­μό και θα ορ­γα­νώ­σει την ελ­πί­δα. Και αυ­τό πρέ­πει να το κά­νει και συμ­με­το­χι­κά και δη­μιουρ­γι­κά και με μια κουλ­τού­ρα που θα πα­ρά­γει και θα εγ­γυά­ται την η­θι­κή, που α­νέ­φε­ρε προ­η­γου­μέ­νως ο Άλκης.
Ε.Π.: Συμ­φω­νώ. Ενώ μας λεί­πουν πολ­λά, έ­χου­με ταυ­τό­χρο­να πολ­λές ε­μπει­ρίες συμ­με­το­χής και δρά­σης στην κοι­νω­νία με τρό­πους πο­λύ δη­μο­κρα­τι­κούς και α­πο­τε­λε­σμα­τι­κούς.
Α.Ρ.: Έλε­γε ο Γκράμ­σι: Αν η α­νά­λυ­σή μας ο­δη­γεί σε α­παι­σιο­δο­ξία, η δρά­ση μας πρέ­πει να ο­δη­γή­σει σε αι­σιο­δο­ξία.


Τη συ­ζή­τη­ση συ­ντό­νι­σε
ο Πά­νος Λά­μπρου

Δεν υπάρχουν σχόλια: